ευνητήρ

εὐνητήρ, ὁ, δωρ. τ. εὐνατήρ, θηλ. εὐνάτειρα (Α) [ευνώ]
1. σύνευνος, σύζυγος («εὐνάτειρα Διὸς λεχέων», Αισχύλ.)
2. μτφ. φρ. α) «εὐνήτειρα νὺξ ἔργων» — η νύκτα που σταματάει τις εργασίες, (Απολλ. Ρόδ.)
β) «χιτὼν εὐνητήρ» — νυχτερινό πουκάμισο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐνητήρ — a bedfellow masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνητῆρας — εὐνητήρ a bedfellow masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνατῆρ' — εὐνᾱτῆρα , εὐνητήρ a bedfellow masc acc sg (doric) εὐνᾱτῆρι , εὐνητήρ a bedfellow masc dat sg (doric) εὐνᾱτῆρε , εὐνητήρ a bedfellow masc nom/voc/acc dual (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνήτης — εὐνήτης, ὁ, δωρ. τ. εὐνάτας, θηλ. εὐνήτρια (Α) [ευνώ] ευνητήρ, σύνευνος, σύζυγος …   Dictionary of Greek

  • ευνήτωρ — εὐνήτωρ, ὁ, δωρ. τ. εὐνάτωρ (Α) [ευνώ] ευνητήρ, σύνευνος, σύζυγος …   Dictionary of Greek

  • ευναστήρ — εὐναστήρ, ῆρος, ὁ, θηλ. εὐνάστειρα (Α) 1. ευνητήρ*, σύνευνος, σύζυγος 2. αυτός που χρησιμεύει ως άγκυρα («τρητόν λίθον εὐναστῆρα», Οππ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευνάζω + κατάλ. τηρ (πρβλ. δοκιμάζω / δοκιμαστήρ, κολάζω / κολαστήρ)] …   Dictionary of Greek

  • ευνατήρ — εὐνατήρ, ὁ, θηλ. εὐνάτειρα (Α) δωρ. τ. τού ευνητήρ* …   Dictionary of Greek

  • εὐνατῆρα — εὐνᾱτῆρα , εὐνητήρ a bedfellow masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνάτειρα — εὐνά̱τειρα , εὐνητήρ a bedfellow fem nom/voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνάτειραν — εὐνά̱τειραν , εὐνητήρ a bedfellow fem acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.